...ΟΙ ΠΙΚΡΑΜΕΝΕΣ ΘΕΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

 

Το κείμενο που ακολουθεί, αγαπητέ κύριε αναγνώστη, δεν το διαβάζεις μια φορά, αν βέβαια, όπως του ταιριάζει, ξεκινήσεις γουλιά-γουλιά να το καταπίνεις.

Πρόκειται για το προλογικό, από τον ίδιον τον συγγραφέα, σημείωμα του μυθιστορήματος Γαλήνη, του Ηλία Βενέζη, που πέθανε σα σήμερα 3 Αυγούστου, το 1973. Θα συμφωνήσεις μαζί μου, αγαπητέ κύριε αναγνώστη, ότι έχουν χάσει πολλά όσοι Έλληνες της μεταπολεμικής περιόδου δεν διάβασαν ντόπια λογοτεχνία.

Ο Βενέζης και ο Καραγάτσης δεν είναι Τολστόι και Ντοστογιέφσκι, Βίκτωρ Ουγκώ και Μαρκ Τουαίην, ας δεχθούμε με συμφωνία σιωπηρή ότι αυτούς τους διάβασες, αγαπητέ κύριε αναγνώστη, όμως και οι Έλληνες γίγαντες είναι κι αυτοί που από πιτσιρικάδες δέχθηκαν το άγνωστο φύσημα για να ξεγεννήσουν αλήθειες του δικού μας τόπου.

Με παντοτινή εφιαλτικότητα να, το κείμενο του ακαδημαϊκού Ηλία Βενέζη που γράφτηκε στις 25 Ιουλίου το 1943 για την τέταρτη έκδοση της Γαλήνης...
Στη μητέρα μας, το Αιγαίο, θα φυσούν σίγουρα κι εφέτος τα μελτέμια. Είναι ο καιρός τους. Τα κύματα, όπως πάντα, θα δέρνουν τους γυμνούς βράχους των νησιών, και στις ασέληνες νύχτες θα στεφανώσουν τον αφρό τους με άστρα. Σε κάποιο νησί του Αρχιπελάγου μας είναι ένας κόρφος. Λένε πως στο βυθό του αναπαύονται οι αρχαίες θάλασσιες θεότητες του Αιγαίου. Μια απ' αυτές τις νύχτες του καλοκαιριού θα ξυπνήσουν και θα ανεβούν στην επιφάνεια. Είναι ο καιρός τους. Θα πάνε ως το ακρογιάλι και θα ρωτήσουν τα γέρικα δένδρα, τις ελιές με τους τυραννισμένους κορμούς, να μάθουν αν τίποτα νέο υπάρχει απ΄την Ελλάδα για τον Πάνα και για τους Σάτυρους. Τα φύλλα θα σαλέψουν αλαφριά για ν' αποκριθούν πως «Όχι. Τίποτα ακόμα». «Άραγες θα ζουν;» θα ρωτήσουν πάλι οι πικραμένες θεότητες της θάλασσας. Κι οι ελιές που είναι βέβαιες γι' αυτό θα τις ησυχάσουν. «Ω! Πώς γίνεται να πεθάνουν;».

Έχεις κάτι να πεις, αγαπητέ αναγνώστη; Μη θες να ρωτήσεις τον Ηλία Βενέζη ποιος είναι ο Πάνας και ποιοι οι Σάτυροι. Οι ποιητές δεν μιλάνε, μονάχα δείχνουν. Σ' αυτούς που βλέπουν. Σ' αυτούς που θέλουν να δουν.

Διαβάστε ακόμα:

Η ΕΦΕΥΡΕΣΗ ΜΟΥ, ΡΕ, ΓΑΜΩΤΟ!