ΤΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ ΦΟΡΑΝΕ ΧΙΤΩΝΕΣ ΛΕΥΚΟΥΣ...

 
γράφει ο Φωστήρας
 
Δεν μ’ αρέσει το χιόνι. Ο φίλος μου, ο ποιητής Ανδρέανος μου θύμισε τον Μπωντλαίρ, που έλεγε ότι όταν η φύση αρρωσταίνει χιονίζει. Και κάποτε τσακώθηκα άγρια με μία της Καλών Τεχνών επειδή της έλεγα ότι αν με έβαζε ο καθηγητής να ζωγραφίσω μία «νεκρή φύση» θα άφηνα τον καμβά λευκό και θα του έλεγα ότι είναι ένα χιονισμένο τοπίο. 

Με απωθεί το άσπρο χρώμα. Με τρομάζει. Κάποια τραχιά, κακιά αταβιστική μνήμη κουβαλάει μέσα του. Δεν είναι τυχαίο που ο Χέρμαν Μέλβιλ, έκανε λευκό τον Μόμπυ Ντικ. Στο επικό του έργο αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στην εξέταση των αντιφατικών συναισθημάτων που ξυπνά ο όρος «λευκό»: γοητεία, θάμβος, αγνότητα από τη μία αλλά και δέος και ανείπωτο τρόμο από την άλλη. Είναι το νεκρικό, το χρώμα του θανάτου. Σε πολλούς πολιτισμούς και του πένθους. Σε όλους τους εφιάλτες τα φαντάσματα φοράνε λευκούς χιτώνες.  Στην μεσαιωνική Αγγλία οι θηλυκοί δαίμονες που στοίχειωναν τον κόσμο φοράγανε λευκά. Οι Τρεις Μοίρες, άλλη έκφανση της τριπλής Σελήνης, της Λευκής Θεάς των προ – πατριαρχικών κοινωνιών, είναι ντυμένες με άσπρα φορέματα κεντημένα με νήμα λιναριού, σαν αυτό της Ίσιδας.

Τέλος πάντων, όταν χιονίζει στην Αθήνα με πιάνει θλίψη. Και το βράδυ  της Δευτέρας, όπως κάθε φορά που το στρώνει, η σκέψη μου ταξίδεψε στα φανταράκια, που θα βαρούσαν τα βραδινά νούμερα στις σκοπιές σε όλα τα στρατόπεδα της χώρας. Το χειμώνα του 1991, έναν από τους πιο βαρείς χειμώνες που γνώρισε η Ελλάδα από το Β Παγκόσμιο Πόλεμο και δώθε, ήμουν κι εγώ στην Σάμο, φρουρός στις ίδιες σκοπιές, στα ίδια βραδινά νούμερα. Και μην ακούσω τίποτα για το κρύο στα νησιά. Πηρουνιάζει μέχρι μυελό. Παίζουν τα δόντια καστανιέτες όταν έχει χειμωνιάτικους γαρμπήδες.

Φόρεσα την τιμημένη μπότα του πεζικού και έκανα εννιά μήνες στο νησί με φουλ πρόγραμμα. Καμία δεκαριά πορείες με πλήρη εξάρτηση, τρεις – τέσσερις νυχτερινές, στίβους μάχης (τους κανονικούς, όχι του Survivor) βολές με πραγματικά πυρά, πραγματικές ασκήσεις (κάλυψη απόκρυψη με όλα τα σχετικά). Επίσης δύο τετραήμερα σκοινάκια κι έναν πενθήμερο ανταρτοπόλεμο αρχές Φεβρουαρίου του 92, στο όρος Καρβούνι, το σκιάχτρο του νησιού (φώτο).

Τίποτα δεν με πείραξε. Ούτε και το φαγητό που ήταν αργεντίνικο προπολεμικό κρέας βαθείας καταψύξεως και ξεπαγωμένο με βραστό νερό. Το πρόβλημα ήταν το χιόνι. Εκείνο το χειμώνα κατάλαβα τους Νιμπελούνγκεν και γιατί είναι τόσο τραχιά, τόσο άγρια και ανελέητη η βόρεια μυθολογία. Είναι κάποιες χώρες και κάποιες ώρες που η φύση θέλει να σε σκοτώσει. 

Από εκείνη την περίοδο κρατάω σαν πιο ζεστή ανάμνηση την Πρωτοχρονιά του 92. Την άλλαξα μόνος στην σκοπιά. Κινητά και τέτοια δεν υπήρχαν. Μόνο ένα μικρό γιαπωνέζικο ραδιοφωνάκι με κεραία και μπαταρίες. Κι εκεί που ήμουνα σίγουρος ότι εκτός από την μάνα μου κανείς δεν με θυμόταν σ’ εκείνο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού, ο εκφωνητής από τον τοπικό σταθμό αφιέρωσε το πρώτο τραγούδι της χρονιάς σε όλους που εκείνη την ώρα έκαναν σκοπιά. Και τι έβαλε ο αθοεόφοβος; Το «Φαντάρο» με τη Χαρούλα, που η φωνή της είναι έρωτας μου παντοτινός από τότε που την πρωτάκουσα.

Κάθε που χιονίζει ανταποδίδω. Αφιερωμένο σ’ όλα τα φανταράκια.

Διαβαστε ακομα:

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΗΘΕΛΕ ΚΑΣΑ ΝΑ ΤΗΝ ΘΑΨΟΥΝ