ΗΤΑΝ ΦΙΛΟΣ, ΜΠΕΣΑΛΗΣ ΚΑΙ ΛΕΒΕΝΤΟΜΑΓΚΑΣ

 
γράφει ο Φωστήρας
 
Τι ήταν ο ''ΦΙΛΑΘΛΟΣ'' για όλους εμάς; Θα σας πω τι ήταν για μένα. Είμαι γέννημα – θρέμμα Ταυριώτης. Το πατρικό μου σπίτι ήταν στην οδό Ιδομενέως, 250 περίπου μέτρα από το συγκρότημα Κουρή. Παιδιά παίζαμε κυνηγητό με τα ποδήλατα στη Λεωφ. Ειρήνης, το δρόμο μπροστά από τα πιεστήρια της εφημερίδας.

Θυμάμαι σαν τώρα την πρώτη φορά που διάβασα ''ΦΙΛΑΘΛΟ'', πριν από 38 χρόνια, καλοκαίρι, είχα τελειώσει την Α΄ Λυκείου. Στα μπιλιάρδα της γειτονιάς μου, στου “Στέφανου”, Αίαντος και Λεωφ. Ειρήνης γωνία. Ακόμα είναι εκεί, στο ίδιο σημείο. Μέχρι τότε κυκλοφορούσαν δύο αθλητικές εφημερίδες. Τις αγόραζε το πρωί ο Στέφανος και τις εξέθετε  σε κοινή χρήση, Η μία ήταν πράσινη και η άλλη ήταν κόκκινη. Και να μην ήξερες ποιος ήταν ποιος, και τι ομάδα ήταν, τον καταλάβαινες από την εφημερίδα που κρατούσε στα χέρια του.

Εκεί μέσα, σε καπνούς από φτηνά τσιγάρα και αγοραίες συζητήσεις, διάβασα για πρώτη φορά Φίλαθλο. Αμέσως με αιχμαλώτισε, με παγίδευσε (όπως άρεσε του ίδιου να λέει), η πρωτόγνωρη, ανεπανάληπτη για την Ελλάδα και ακόμα  αναντικατάστατη πένα του Ηλία Μπαζίνα, που από την αρχή φάνηκε και στα χρόνια που ακολούθησαν αποδείχθηκε ο καλύτερος γραφιάς της γενιάς του.  

Με την μπαγκέτα του Καραγιαννίδη, τα κείμενα του Μπαζίνα στο πρωτοσέλιδο, τα σεντόνια του Αποδυτηριάκια στην τελευταία σελίδα, τα διαμάντια του Παρασκευά στη 2η σελίδα, το Καφενείο των Φιλάθλων του Γεωργίου στην 3η σελίδα, τον Γαλούπη και τόσους, τόσους άλλους, που δεν ξεχνώ κανέναν, η εφημερίδα έγινε μοναδική περίπτωση για τα ελληνικά εκδοτικά χρονικά.

Μεγάλωσα με όλη την παλιοπαρέα και το Φίλαθλο στην ίδια γειτονιά. Στα μπιλιάρδα του «Στέφανου», στις καφετέριες της Γρηγορίου Λαμπράκη, στα σκασιαρχεία του Λυκείου, στις τσιμεντένιες εξέδρες του γηπέδου μπάσκετ του Αιόλου και του Αίαντα, στις ξύλινες εξέδρες του Φωστήρα, μπροστά από το χωμάτινο βοηθητικό που παίζαμε μπάλα τις Κυριακές. Ο ''ΦΙΛΑΘΛΟΣ'' θα ήταν φίλος ακόμα και αν μεγάλωνα στην Ορεστιάδα ή την Ιεράπετρα. Συγχωρήστε μου όμως αυτήν την αίσθηση της οικειότητας. Καμάρωνα που ήταν παιδί της γειτονιάς μου. Που πήγαινα με τα πόδια να ζητήσω από τις επιστροφές φύλλο της εφημερίδας που δεν είχα προλάβει να αγοράσω την προηγούμενη μέρα.

Ήταν για μένα πάντα εκεί. Φίλος σωστός, από αυτούς που μόνο στις παλιές αντροπαρέες μπορούσες να συναντήσεις. Μπεσαλής και λεβεντόμαγκας, δεν μάσησε ποτέ του νταηλίκι. Χαιρόταν με τη χαρά σου, στεκόταν πλάι σου στις στενοχώριες και στα δύσκολα, μιλούσε μαζί σου για μπάλα, για το στοίχημα, για γκόμενες, για τις βραδυνές μπουρδελότσαρκες, για τα σώψυχα και τ’ απωθημένα σου. Ποτέ δεν σε είδε για πελάτη, ούτε έκανε την ορντινάτσα σου. Δεν πούλησε φούμαρο, δεν σου είπε παπατζηλίκια. Αυτά τα φτηνά ποτέ δεν τα καταδέχτηκε.

Τι κι αν ξέβαφε το μελάνι στα χέρια σου; Δεν έτρεχε κάστανο. Τους φίλους σου δεν τους μετράς από τέτοια και τους δέχεσαι και με τα στραβά και τα περίεργα τους. Ο Φίλαθλος στάθηκε δίπλα μου ο καλύτερος φίλος της νιότης μου. Κι αυτά που έμαθα δίπλα του τα συζητάω τώρα με τα παιδιά μου. Γι αυτό σας λέω: Μη γελιέστε. Ο Φίλαθλος ποτέ του δεν έκλεισε.   

Διαβαστε ακομα:

ΑΡΚΕΤΑ ΗΤΑΝ ΤΑ 29 ΧΡΟΝΙΑ