Όλες οι μεγάλες ηθοποιοί του κόσμου έχουν παίξει ή θέλουν να παίξουν την Hedda Gabler, το αριστούργημα του Henrik Ibsen. Έχω αναφερθεί σε πολλά άρθρα μου σε αυτόν τον μεγάλο συγγραφέα και δραματουργό, και πάντα θα το κάνω, γιατί πάντα είναι… σημερινός.
Από μάπα η Βούλα είναι ίσως το πιο άσχημο κορίτσι στην Αθήνα του 1980. Αν, όμως, ρωτήσεις κάποιους από τις δεκάδες άνδρες που ξάπλωσαν μαζί της, όλοι θα συμφωνήσουν πώς στο κρεβάτι, με το μικροσκοπικό κορμί της, είναι άπαικτη.
Το 1968 μοιάζει περισσότερο σαν μία αφετηρία για τον ελεύθερο άνθρωπο που αντιμάχεται τον ιμπεριαλισμό και τη δικτατορία, που προσπαθούν να τον υποδουλώσουν, και λιγότερο σαν μια χρονιά υλικών και καθαρά οικονομικών διεκδικήσεων. Όπως αντιλαμβανόμαστε, 50 χρόνια πριν υπήρχαν ακόμα ιδεολογίες…
Τελικά, η Ελλάδα δεν είναι Κολομβία, όπως έχουν φαγωθεί κάποιοι να κακοχαρακτηρίζουν την χώρα μας. Κοπανήσανε μαφιόζικα, το τονίζω αυτό, μαφιόζικα, όχι αυθόρμητα και ερασιτεχνικά, έναν αθλητικό ρεπόρτερ και τον έστειλαν στο νοσοκομείο. Δεν τον σκότωσαν.
Αληθινή ιστορία, που μοιάζει φανταστική και προσφέρεται για σενάριο στο σινεμά με την υπογραφή κουλτουριάρη συγγραφέα. Κάπου έξω από το Βόλο, σ' ένα χωριό, λίγο μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Ο ενιάχρονος Σωτηράκης, διαβολόπαιδο από κούνια, μισοριξιά, με έξυπνα μάτια και κατσαρά μαλλιά, έτσι ξαφνικά δίνει μία και χώνεται κάτω από το πάπλωμα της εικοσάχρονης θείας του, της Χρυσούλας. Ούτε ο ίδιος κατάλαβε πώς το τόλμησε. Περίεργο, μα την αλήθεια. Σίγουρα η Χρυσούλα δεν του ζήτησε να ξαπλώσει δίπλα της.
Κανείς δεν ξέρει πότε ακριβώς γεννήθηκε, δεν υπάρχουν στοιχεία για τη χρονολογία της γέννησής του. Επίσης, είναι άγνωστη η πόλη, η περιοχή που ήρθε στον κόσμο, υποθέτουν το Άχεν της Γερμανίας και την Λιέγη του Βελγίου. Γνωρίζουμε ότι πέθανε το 814, σα σήμερα 28 Ιανουαρίου ο Καρλομάγνος. Ο Κάρολος ο Μέγας. Κι όταν πέθανε δύσκολα να μην έπαιζε ένα “κενό”, όχι ακριβώς το συναίσθημα της απώλειας, της σθμπόνιας, ακόμα και σ' αυτούς που ήταν αντίπαλοί του, που δεν τον γουστάρανε.
Μιλώντας με μια φίλη που ζει στο Μόντρεαλ, μου ανέφερε κάποιους Έλληνες που διαπρέπουν εκεί στα ξένα, και για άλλη μια φορά σκέφτηκα ότι μόλις ο ταλαντούχος, ο σοβαρός Έλληνας βγει από τα σύνορα μας, φύγει από την μιζέρια και την γλωσσοφαγιά… ,πάντα διαπρέπει.
Πολύ πράμα φέτος. Η ελιά, το ελαιόδεντρο, τούτο το μονάκριβο δώρο της φύσης στην ελληνική γη, έδωσε τα ρέστα του. Βαρβάτη σοδειά. Μέχρι και την προσεχή Μάρτιο θα μαζεύουν ελιές.
Γυμνή στο κρεβάτι με τον εραστή της η σαραντάρα Λήδα, χήρα εδώ και πέντε χρόνια, φέρνει νοσταλγικά στο νου της, για μια φορά ακόμα, την πιο μεγάλη νύχτα της ζωής της. Ίσως το ‘χει ανάγκη να αναθυμάται τι συνέβη εκείνη την τραγική ημέρα, όλα εκείνα που της έδειξαν το δρόμο στη λύτρωση. Η ανάμνηση κάθε συνταρακτικής λεπτομέρειας της χαρίζει μια γλύκα απέραντη και γαλήνη μαζί.
«Πέστα, Χρυσόστομε!». Όταν κάποιος τα λέει σωστά, αυτό θα ακούσεις, «Πέστα, Χρυσόστομε!». Ακόμα και να μην τα λέει με ρητορική ικανότητα, όμως συμφωνεί μαζί του ο άλλος, θα πει «Πέστα, Χρυσόστομε!». Ο Χρυσόστομος από τον οποίο βγήκε η εν λόγω επιφώνηση, ανεξάρτητα το τι πρέσβευε, ό,τι έλεγε, το έλεγε χαρισματικά. Ο άνθρωπος είχε χρυσό στόμα. Γι’ αυτό ξεκίνησε να γίνει δικηγόρος.