Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης πια, το 1974, της αποκατάστασης της δημοκρατίας και της κατάργησης της λογοκρισίας, απαγορεύτηκε η προβολή της ''Εμανουέλας'',ταινίας θρυλικής η οποία απογειώθηκε σε παγκόσμια επίπεδα και ''πήρε'' την παρθενιά της σεμνοτυφίας κάθε ηθικοπλαστικής κοινωνίας.
Ολοστρόγγυλο και πορφυρένιο, υψωνόταν στο βάθος του λιβαδιού αγγίζοντας τη γη… Ανέβαινε γρήγορα ανάμεσα στα φύλλα μιας λεύκας, που το έκρυβαν κάποτε… Έπειτα φάνηκε ολόλευκο και λαμπερό φωτίζοντας τον καθαρό ουρανό… Κι έτσι βραδύνοντας το δρόμο του άφησε να πέσει στον ποταμό μια μεγάλη κηλίδα από αμέτρητα αστέρια. Και το ασημένιο του φως…
Αν Κάρσον. Πόσοι Έλληνες την ξέρουν; Σίγουρα κανένας απ' αυτούς που ασχολούνται με τις ασημαντότητες που κατακλύζουν το σύμπαν του διαδιχτύου. Είναι παγκοσμίως αναγνωρισμένη ποιήτρια και κυρίως ελληνίστρια, κύριε σέλληνα. Τι να σημαίνει αυτό σ' εκείνους που ξοδεύουν χρόνο να διαβάσουν για ένα πουτανάκι που έκανε εξόρμηση στη Μύκονο.
Ό,τι γεννιέται, πεθαίνει. Ε, ο άνθρωπος, το τέλειον ον, το ανώτερο πλάσμα της δημιουργίας, ούτε αυτή την αλήθεια του νηπιαγωγείου δεν έχει εμπεδώσει. Πως πεθαίνει ό,τι γεννιέται. Ναι, δεν έχει συμβιβαστεί το δίποδο, στην πραγματικότητα δεν έχει αληθινά εννοήσει την απλούστερη των αλήθειων.
Αγαπάς το σινεμά; Όλο και κάποιους ηθοποιούς γουστάρεις. Αλλοίμονο, να κάνει κέφι να βλέπει ταινίες κάποιος και μην έχει τις προτιμήσεις του σε ηθοποιούς. Μια από τις αδυναμίες μου, ο Τζαίημς Γκαντολφίνι.
«Μάνος Χατζηδάκις και Μίκης Θεοδωράκης αγαπιόντουσαν από μικρά παιδιά…» είχε πει η Μαρία Φαραντούρη στον Σταύρο Θεοδωράκη, όταν αυτός ήταν δημοσιογράφος στα «Νέα».
Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια στην Ελλάδα δεν υπήρχαν καταστήματα δίσκων. Μιλάμε για δίσκους μουσικής. Να το πω αλλοιώς: Δίσκους αγόραζε κανείς στα παλιατζήδικα.
Ο Κουβανός Αλμπέρντο Κόρντα είχε τρέλα με τη φωτογραφία από πιτσιρίκι. Φτωχόπαιδο. Με κόντακ 35, που του αγόρασε ο πατέρας του, στα 16 του φωτογράφησε την Γιολάντα, γκομενάκι σεμνό της γειτονιάς με την οποία ήταν ερωτοχτυπημένος. Μπατηράκος ο Αλμπέρτο δούλευε δεξιά κι αριστερά, όπου έβρισκε μεροκάματο
Ποιος ασχολείται με τους στίχους, αν είναι στίχοι κι όχι στην πραγματικότητα λέξεις οι οποίες σέρνουν τη μελωδία σε τούτη τη μελαγχολική μπαλάντα. Τι, αλήθεια, σημασία να έχει αν το περισσότερο διασκευασμένο τραγούδι από καταβολής μουσικής, ''λέει'' αυτά κι όχι κάτι άλλα για μια ερωτική σχέση που έληξε, που υπήρξε Χθες.