Δεν ήταν ζωή αυτή. Ήταν ένα «καταραμένο» μυθιστόρημα με κακό τέλος. Στις 24 Ιανουαρίου 1920, αυτός ο άνθρωπος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη», πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα.
Ο Γιάννης Καλατζής ήταν παιδί δικό μας. Τραγούδαγε με ένα αόρατο χαμόγελο, σαν χαμίνι του δρόμου που θέλει να σε καλοπάρει, να σου φερθεί τρυφερά. Δεν ήταν η μεγάλη φωνή, αλλά ήταν εντελώς χαρακτηριστική. Αδύνατον να τον μπερδέψεις με άλλον. Μια φωνή ζορισμένη, ατρόχιστη που λες και ακούγεται το σούρουπο στα σοκάκια φτωχογειτονιάς. Ένα πιωμένο αλάνι που μεράκλωσε και βγάζει τα μέσα του:
Φοβερό! Γίνεται μια ανακάλυψη κι ο σύγχρονος άνθρωπος παθαίνει την πλάκα του, διότι κάνει τις συγκρίσεις όταν επιτόπου επιστρέφει κάποιους αιώνες πίσω. Αυτό είναι το φοβερό, όχι τόσο η ίδια η ανακάλυψη, όπως αυτή που έγινε σα σήμερα 11 Ιουλίου, το 1975, στην Κίνα.
Για ένα Ελληνικό άγαλμα, τσακώνονται χρόνια τώρα η Ιταλία και το μουσείο Getty στο Los Angeles. Είναι αυτό που λέει ο Ελληνικός λαός: «Δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένο αχυρώνα». Και το λέω αυτό διότι…
Τον προτείνανε για το Νόμπελ το 1912 και τους είπε Δεν θα το πάρω. Γιατί αυτή η άρνηση στη μεγαλύτερη τιμητική κι όχι μόνον διάκριση σε επιστήμονα; Έπρεπε να μου δώσετε το Νόμπελ πριν τρία χρόνια, αλλά προτιμήσατε τον Μαρκόνι, τους ξηγήθηκε.
«Δεν θα ήθελα τη φούστα τόσο μακριά...» ζήτησε μια πελάτισσα της μπουτίκ «Bazaar» από την 30χρονη ιδιοκτήτρια Μαίρη Κουάντ. Δεν ήταν η μόνη, λες και ήταν συνεννοημένες, κυρίες και δεσποινίδες, που συνήθιζαν να αγοράζουν φούστες και κάποια στιγμή δεν τους άρεσε το... κανονικό μέγεθος.
Ξαφνικό έρωτα σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου έχουν πάθει με την Ελλάδα. Λες και αυτή η χώρα δεν υπήρχε. Όλοι γράφουν υπέροχα λόγια όχι μόνο για τα νησιά, αλλά και για την Αθήνα όπως και για άλλες τοποθεσίες.
Τραγουδάει κι εσύ που την ακούς τα ανοίγεις όλα. Αυτιά, μάτια, ψυχή, ό,τι έχεις για να πάρεις μέσα σου αυτό που ακούς. Τραγουδίστρια μέγεθος. Όγκος. Βουνό της γης. Μερσέδες Σόσα. Πολύ μεγάλη φωνή, μέσα στις μετρημένες. Πόσες να έχουν γεννηθεί σαν κι αυτήν; Λίγες, ελάχιστες. Αποφασίζει η κάθε εποχή. Αν το επιτρέπει η εποχή. Βέβαια.
Είχα μια γκόμενα που ήθελε να γίνει ηθοποιός και σ' εκείνα τα χρόνια που στην Αθήνα είχαν φυτρώσει ένα κάρο σχολές δραματικές, την περίμενα τα βράδια να τελειώσει τα μαθήματά της και να φύγουμε μαζί. Το κορίτσι δεν τα κατάφερε, έπαιξε σε 3-4 ψευτοταινίες ρόλους μικρούς και σύντομους, ταλαιπωρήθηκε με κάτι θιάσους που έκαναν αρπαχτές στην επαρχία, τελικά παντρεύτηκε, την έχασε η τέχνη κι εγώ.
Με ευκαιρία την μεγάλη συναυλία για τον Βασίλη Τσιτσάνη στο καλλιμάρμαρο στάδιο και την παρουσία του Γιώργου Νταλάρα, σκέφτηκα να κάνω αυτό το άρθρο. Ο Νταλάρας πέρα του ότι έκανε την όλη επιμέλεια, πέραν του ότι βγήκε με φανελάκι (Θεός), Cure να τραγουδήσει ήταν και εξαιρετικός φωνητικά.